Ήταν κάποτε μια βασίλισσα πολύ θλιμμένη.
Μουρτζούφλω θα την έλεγες, αν δεν έτρεφες κανένα σεβασμό για τα προβλήματα των εστεμμένων. Αν ήσουν πιο φιλομαναρχικός θα μπορούσες ακόμη και να απολαύσεις τα ποιήματα που είχαν γραφτεί για πάρτη της, για τα μελαγχολικά μάτια της, για τις χαρές της που μαραίνονταν πριν τις δει το φως της μέρας και άλλα τέτοια με τα οποία οι αυλικοί τάιζαν τον ρομαντισμό των υπηκόων όλα τα χρόνια της βασιλικής θλίψης.
Γιατί η ιστορία κράταγε χρόνια.
Στην αρχή κανείς δεν ήξερε τι την είχε πειράξει. Ο βασιλιάς νόμιζε πως κάποια δική του αμέλεια την είχε μελαγχολήσει. Τα πριγκιπόπουλα, πάλι, νόμιζαν πως έφταιγε η επιπολαιότητά τους που η αγαπημένη μητέρα είχε αποσυρθεί στα ιδιαίτερα δωμάτιά της και δεν έβγαινε ποτέ. Μετά από μήνες με δώρα, τρυφερές επιστολές αγάπης και μεταμέλειας να πηγαινοέρχονται σε χρυσούς δίσκους, χωρίς εκείνη να σκάσει ούτε ένα χαμόγελο, άρχισαν να υπάρχουν υποψίες ότι κάτι άλλο έφταιγε. Αλλά, τι;
"Βρε καλή μου, βρε χρυσή μου, πες τι έχεις..."
Τίποτα. Μουγκαμάρα η βασίλισσα. Μαυρίλα στο βασίλειο.
Και ο καιρός περνούσε.
Ώσπου μια μέρα, εκείνη εμφανίστηκε χλωμή και αναμαλλιασμένη μπροστά σε ένα από τα πολλά τραπέζια που είχαν στρωθεί χωρίς να την περιμένουν και ανακοίνωσε:
"Περιμένω την άνοιξη. Κι αυτή δεν έρχεται ποτέ."
Του βασιλιά του έπεσε το κουτάλι από το χέρι και του σηκώθηκε ένα φρύδι τρεις πόντους. Τα παιδιά στραβομουτσούνιασαν και αναρωτήθηκαν αν υπάρχει περίπτωση όλο αυτό να αποδειχτεί κληρονομικό.
Η πεθερά βασιλομήτωρ, ενοχλημένη από καιρό με τα καμώματα της νύφης της, αποφάσισε να σπάσει τον πάγο:
"Μα τι λες αγαπητή μου; Από τότε που κλείστηκες στο δωμάτιό σου έχει περάσει κι έχει ξαναφύγει εφτά φορές η άνοιξη. Δεν μπορεί να μην το πρόσεξες."
"Μα δεν εννοώ αυτή την άνοιξη", διευκρίνισε η ακριβοθώρητη.
Του βασιλιά του σηκώθηκε και το άλλο φρύδι τώρα:
"Μμμμμ... Δε λέω, με τις κλιματικές αλλαγές, το φαινόμενο του θερμοκηπίου και τόσες φράουλες μες στο χειμώνα, θα μπορούσε κανείς να μπερδευτεί. Αλλά μήπως μπορείς να γίνεις πιο συγκεκριμένη; Ποια άνοιξη περιμένεις; Δεν καταλαβαίνω."
"Ω, βασιλιά και άντρα μου, αυτό είναι το πρόβλημα. Εσύ ποτέ δεν καταλαβαίνεις", είπε και ξαναγύρισε στο δωμάτιό της.
Ο βασιλιάς δεν είχε άλλο φρύδι να σηκώσει κι έτσι ζήτησε ένα καθαρό κουτάλι και έδωσε εντολή να συνεχιστεί το γεύμα κανονικά.
Από τότε, κανείς δεν ξανάγραψε ρομαντικά ποιήματα για την θλιμμένη βασίλισσα.
Μόνο της άνοιγαν συχνά τις μπαλκονόπορτες για να αερίζεται καλύτερα και στο παλάτι παρήγγειλαν να αλλαχτούν όλες οι λάμπες πυρακτώσεως με λάμπες εξοικονόμησης ενέργειας της Philips, από αυτές που μοίραζε και ο Σκάι.
Α, ναι... Έκοψαν και τις τούρτες φράουλα τον χειμώνα.
Μηλόπιτες και πάλι μηλόπιτες.